ˈðɾa.ma
Ετυμολογίαδράμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δρᾶμα < δρῶ
: (νεότερες έννοιες) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική drame < νεολατινική drama < αρχαία ελληνική δρᾶμα
- ποιητικό είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που περιλαμβάνει την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα
“παραστάσεις αρχαίου δράματος”
- θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο με έντονα πάθη και συγκρούσεις
- η δυστυχία, τα πάθη ενός ανθρώπου ή ενός συνόλου
“ζει το προσωπικό του δράμα”
- πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού.
Τύποιδράμα(singular, nominative) · δράματα(nominative, plural) · δράματος(genitive, singular) · δραμάτων(genitive, plural) · δράμα(accusative, singular) · δράματα(accusative, plural) · δράμα(singular, vocative) · δράματα(vocative, plural) · δράμα(neuter) · Δράμα(singular, nominative) · Δράμας(genitive, singular) · Δράμα(accusative, singular) · Δράμα(singular, vocative) · Δράμα(feminine)