WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

εθίγη

verb

εθίγηΤύπος του ρήματος «θίγω»: τον/την άγγιξε, επηρέασε ή προσέβαλε (π.χ. «το θέμα τον εθίγη»).

Daily Puzzle #1567 · 3 Οκτωβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα