Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΝΙΚΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ενικό
noun
ενικό
—
Ο ενικός είναι ο γραμματικός αριθμός που δηλώνει ένα πρόσωπο ή πράγμα.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του ενικός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενικός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1353 · 3 Μαρτίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις