Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΥΗΧΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
εύηχο
adjective
εύηχο
—
Που ακούγεται ευχάριστα και αρμονικά στο αυτί.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του εύηχος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εύηχος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1274 · 14 Δεκεμβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις