WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ζέουν

verb

ζέουνΤρίτο πληθυντικό του «ζέω»: βράζουν/κοχλάζουν (π.χ. τα νερά ζέουν).

Daily Puzzle #1610 · 15 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα