Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΡΑΣΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βράσε
verb
βράσε
—
Προστακτική του «βράζω»: βράσε κάτι, δηλ. μαγείρεψέ το σε βραστό νερό.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1611 · 16 Νοεμβρίου 2025
Previous word
#1610 · ζέουν
Next word
#1612 · φελάς
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις