WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ζελές

noun

ζελέςΓλυκό ζελέ, ζελατινώδες επιδόρπιο που πήζει και σερβίρεται κρύο.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1414 · 3 Μαΐου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα