Originζούδι < μεσαιωνική ελληνική ζούδιον < (ελληνιστική κοινή) ζῴδιον
- μικρό ζώο
- ζωύφιο, έντομο
“Η Βερενίκη τον πείραζε όπως παιδεύουν κάποιο ζούδι μ’ ένα ξεσκλήδι καλαμιού (Κοσμάς Πολίτης, Eroica)”
- figurativelyζώο (χαρακτηρισμός για άνθρωπο χωρίς μυαλό)
- , στη λαϊκή παράδοση το στοιχειό
Formsζούδι(singular, nominative) · ζούδια(nominative, plural) · ζουδιού(genitive, singular) · ζουδιών(genitive, plural) · ζούδι(accusative, singular) · ζούδια(accusative, plural) · ζούδι(singular, vocative) · ζούδια(vocative, plural) · ζούδι(neuter)