i.θiˈko
Ετυμολογίαηθικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ηθικός
- ψυχική δύναμη, ευψυχία, ευδιαθεσία, κυρίως σε στιγμές δοκιμασίας, ταλαιπωρίας ή στέρησης
- accusative, singularαιτιατική ενικού του ηθικός
- accusative, neuter, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ηθικός
Τύποιηθικό(singular-only, neuter)