Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
θεούς
ουσιαστικό
θεούς
—
Αιτιατική πληθυντικού του «θεός»: τους θεούς, δηλ. θεϊκές οντότητες/θεότητες.
Wiktionary →
Dictionary
noun
accusative, plural
αιτιατική πληθυντικού του θεός
accusative, plural
αιτιατική πληθυντικού του Θεός
Forms
Θεούς
(masculine)
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#487 · 19 Οκτωβρίου 2022
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment