WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

θεούς

noun

θεούςΑιτιατική πληθυντικού του «θεός»: τους θεούς, δηλ. θεϊκές οντότητες/θεότητες.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 5 #82 · 1 Ιουλίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 9 #28 · 8 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #487 · 19 Οκτωβρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα