iˈo.ði.o
Originιώδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική iode < αρχαία ελληνική ἰώδης < ἴον
- αμέταλλο χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 53 και χημικό σύμβολο το I
“※ Η ποβιδόνη είναι μια ιωδιοφόρος αντισηπτική ουσία από την οποία το ιώδιο απελευθερώνεται με βραδύ ρυθμό στους ιστούς (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, Τόμος 56, Ελληνική Κτηνιατρική Ετα”
- βάμμα ιωδίου: (φαρμακευτική) φαρμακευτικό παρασκεύασμα που υπάρχει συνήθως σε κουτί πρώτων βοηθειών
Formsιώδιο(singular, nominative) · ιώδια(nominative, plural) · ιωδίου(genitive, singular) · ιώδιου(genitive, singular) · ιωδίων(genitive, plural) · ιώδιο(accusative, singular) · ιώδια(accusative, plural) · ιώδιο(singular, vocative) · ιώδια(vocative, plural)