kaˈlon
Originκαλών < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καλῶν (συνηρημένος τύπος του καλέων) μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλῶ, συνηρημένου τύπου του καλέω
- formalαυτός που καλεί ή τηλεφωνεί
- γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του καλός
- γενική πληθυντικού του καλό
Formsκαλών(masculine, singular, nominative) · καλούσα(feminine, singular, nominative) · καλούν(neuter, singular, nominative) · καλών(neuter)