ˈkla.ma
Ετυμολογίακλάμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλάμα < αρχαία ελληνική κλαῦμα με αφομοίωση [vm] > [mm] και απλοποίηση προφοράς του διπλού συμφώνου [mm] > [m] < κλαίω
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού κλαίω
“※ Ήπια μονορούφι τη βυσσινάδα κι άρχισα να διαβάζω και χωρίς να το θέλω η φωνή μου έτρεμε από συγκίνηση, Αν η Θοδώρα είχε δακρύσει ακούγοντας το γράμμα, η Βασιλική πλάνταξε στο κλάμα. (Άλκη Ζέη, Με μο”
Τύποικλάμα(singular, nominative) · κλάματα(nominative, plural) · κλάματος(genitive, singular) · κλαμάτων(genitive, plural) · κλάμα(accusative, singular) · κλάματα(accusative, plural) · κλάμα(singular, vocative) · κλάματα(vocative, plural) · κλάμα(neuter)