Ετυμολογίακλίκα < γαλλική clique
- ομάδα ατόμων με κοινά συμφέροντα που προσπαθούν να αναρριχηθούν στον κοινωνικό ιστό με απώτερο στόχο την κοινωνική τους ανέλιξη
Τύποικλίκα(singular, nominative) · κλίκες(nominative, plural) · κλίκας(genitive, singular) · κλικών(genitive, plural) · κλίκα(accusative, singular) · κλίκες(accusative, plural) · κλίκα(singular, vocative) · κλίκες(vocative, plural) · κλίκα(feminine)