ˈkli.si
Originκλίση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλίσις (ξάπλωμα) < κλίνω
: για τη σημασία «έφεση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική inclination
- η ιδιότητα μιας μη οριζόντιας επιφάνειας
“※ Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορού”
- έφεση, ροπή
“Έχει κλίση στα μαθηματικά.”
- ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο σχηματίζονται οι διάφοροι τύποι ενός ονόματος, αντωνυμίας ή ρήματος
- ομάδα ονομάτων με κοινές καταλήξεις και κοινό σχηματισμό των πτώσεων
Formsκλίση(singular, nominative) · κλίσεις(nominative, plural) · κλίσης(genitive, singular) · κλίσεων(genitive, plural) · κλίση(accusative, singular) · κλίσεις(accusative, plural) · κλίση(singular, vocative) · κλίσεις(vocative, plural) · κλίση(feminine)