klaˈði
Originκλαδί < μεσαιωνική ελληνική κλαδί(ν) < ελληνιστική κοινή κλαδίον < κλάδιον < αρχαία ελληνική κλάδος < κλάω
- το ξυλώδες μέρος του φυτού (δέντρου, θάμνου) που φύεται από τον κορμό και έχει φύλλα, άνθη κ.λπ.
Formsκλαδί(singular, nominative) · κλαδιά(nominative, plural) · κλαδιού(genitive, singular) · κλαδιών(genitive, plural) · κλαδί(accusative, singular) · κλαδιά(accusative, plural) · κλαδί(singular, vocative) · κλαδιά(vocative, plural) · κλαδί(neuter)