WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κλαδί

κλαδίτο ξυλώδες μέρος του φυτού (δέντρου, θάμνου) που φύεται από τον κορμό και έχει φύλλα, άνθη κ.λπ.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1763 · 17 Απριλίου 2026
Octordle Board 1 #4 · 14 Απριλίου 2026
Sedecordle Board 7 #3 · 13 Απριλίου 2026
·Archive
No comments yet