WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

κοίτη

noun

κοίτηΤο κρεβάτι ή το στρώμα όπου κοιμάται κάποιος.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #684 · 4 Μαΐου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα