ˈci.ti
Originκοίτη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοίτη < κοι-, μεταπτωτική βαθμίδα του κεῖμαι κατά ετεροίωση δηλαδή με μετατροπή του -ε σε -ο. < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey- (κείμαι)
- το κοίλο τμήμα του εδάφους μέσα στο οποίο κυλάει το ποτάμι, ο χείμαρρος και το αυλάκι
Formsκοίτη(singular, nominative) · κοίτες(nominative, plural) · κοίτης(genitive, singular) · κοιτών(genitive, plural) · κοίτη(accusative, singular) · κοίτες(accusative, plural) · κοίτη(singular, vocative) · κοίτες(vocative, plural) · κοίτη(feminine)