ˈkɾa.si
Originκράση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρᾶ(σις)) (ανάμειξη, ανακάτεμα όπως κρασιού με νερό) + -ση → δείτε και τη λέξη κράμα
:* για τον όρο της γραμματικής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κρᾶσις
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα της ανάμειξης υγρών ή λιωμένων μετάλλων
- συγχώνευση του τελικού φωνήεντος ή διφθόγγου μιας λέξης με το αρκτικό φωνήεν ή δίφθογγο της επόμενης λέξης
“σημείωση: στα αρχαία ελληνικά, σημειώνεται με κορωνίδα αντί για ψιλή πάνω από το νέο φωνήεν, ή παραμένει δασεία”
“※ Δυό λέξεις πού ἔπαθαν στ' ἀρχαῖα ἤ ἀργότερα συναλοιφή καί σήμερα ἀποτελοῦν μιά λέξη (κράση) δέν παίρνουν κορωνίδα. Λ.χ. κάν, σάν, καμιά, κάποιος, τουλάχιστο κτλ. μολαταῦτα, μολονότι κτλ. (Δελτίο τοῦ”
- η ιδιαίτερη φυσική κατάσταση του οργανισμού κάθε ανθρώπου
Formsκράση(singular, nominative) · κράσεις(nominative, plural) · κράσης(genitive, singular) · κράσεων(genitive, plural) · κράση(accusative, singular) · κράσεις(accusative, plural) · κράση(singular, vocative) · κράσεις(vocative, plural) · κράση(feminine) · Κράση(invariable, feminine) · Κράσης(masculine) · Krasi(transliteration, Latin)