ˈkɾe.as
Ετυμολογίακρέας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρέας < πρωτοελληνική *kréwas < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kréwh₂s
- η σάρκα ζώων ή ανθρώπων
“τα ψωμάκια, το περιττό λίπος κάποιου”
- figurativelyάνθρωπος χωρίς ενσυναίσθηση ή συναίσθημα
Τύποικρέας(singular, nominative) · κρέατα(nominative, plural) · κρέατος(genitive, singular) · κρεάτων(genitive, plural) · κρέας(accusative, singular) · κρέατα(accusative, plural) · κρέας(singular, vocative) · κρέατα(vocative, plural) · κρέας(neuter)