ˈkoŋ.çi
Originκόγχη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κόγχη (αρχαία σημασία κέλυφος, κοχύλι)
- ημικυκλική εσοχή σε τοίχο κτίσματος ή ναού, που έχει κυρίως διακοσμητικό χαρακτήρα
- κοιλότητα του σώματος
“※ Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (εφημεδίρα Το Βήμα)”
- είδος κοιλώματος κοντό σε κορυφή βουνού
Formsκόγχη(singular, nominative) · κόγχες(nominative, plural) · κόγχης(genitive, singular) · κογχών(genitive, plural) · κόγχη(accusative, singular) · κόγχες(accusative, plural) · κόγχη(singular, vocative) · κόγχες(vocative, plural) · κόγχη(feminine)