ˈci.vos
Ετυμολογίακύβος < αρχαία ελληνική κύβος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *keu(b)- (γυρίζω, λυγίζω)
- γεωμετρικό στερεό με 6 ίσες τετραγωνικές έδρες και 12 ίσες ακμές
- η ύψωση στην τρίτη δύναμη
“το δύο εις τον κύβο μας δίνει οκτώ : 2³=8”
- το ζάρι (στη γνωστή φράση του Καίσαρα και στα παράγωγα)
“Ἐρρίφθη ὁ κύβος ή ἐρρίφθω κύβος”
Τύποικύβος(singular, nominative) · κύβοι(nominative, plural) · κύβου(genitive, singular) · κύβων(genitive, plural) · κύβο(accusative, singular) · κύβους(accusative, plural) · κύβε(singular, vocative) · κύβοι(vocative, plural) · κύβος(masculine)