Ετυμολογίακώνος < αρχαία ελληνική κῶνος (αρχική σημασία: κουκουνάρι). Για νεότερους όρους τεχνολογίας, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική cône και από την αγγλική cone < λατινική conus < αρχαία ελληνική κῶνος
- επιφάνεια που παράγεται από μια ευθεία (η οποία λέγεται γενέτειρα) που περνά από ένα σταθερό σημείο (την κορυφή) και ένα μεταβλητό σημείο που κινείται πάνω σε μια κλειστή καμπύλη γραμμή
- το επάνω μέρος που έχει κωνοειδές σχήμα
“ο ποστατευτικός κώνος των διαστημόπλοιων”
Τύποικώνος(singular, nominative) · κώνοι(nominative, plural) · κώνου(genitive, singular) · κώνων(genitive, plural) · κώνο(accusative, singular) · κώνους(accusative, plural) · κώνε(singular, vocative) · κώνοι(vocative, plural) · κώνος(masculine) · Κώνος(masculine) · Κώνου(feminine) · Konos(transliteration, Latin)