Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΑΓΝΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λάγνα
adjective
λάγνα
—
Επίθετο για άτομο με έντονη σεξουαλική επιθυμία, που δείχνει λαγνεία.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈlaɣ.na
Ετυμολογία
λάγνα < λάγνος
adv
με λάγνο τρόπο
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#615 · 24 Φεβρουαρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
1
lustfully
English