ˈlam.bo
Originλάμπω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λάμπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης
- ακτινοβολώ φως
“ο ήλιος λάμπει”
“※ Ο Σακαρέλος κοίταξε άφωνος τα μάτια της, που λάμπανε στο σκοτάδι. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )”
Formsέλαμπα(imperfect) · λάμψω(future) · έλαμψα(aorist, passive) · Λάμπω(feminine)