ˈla.spi
Ετυμολογίαλάσπη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λάσπη < άγνωστης ετυμολογίας
- μείγμα από χώμα και νερό, η παχύρρευστη μορφή που παίρνει το χώμα όταν δεχτεί μεγάλη ποσότητα βροχής
“※ Ἀλλ' ἔξαφνα μὲς στὴ βοὴ γενναῖο παλληκάρι / καβάλλα σὲ μοναστηριοῦ ἀβάστακτο μουλάρι, / ὡς τὸν ἀρχαῖον ἄγγελον τοῦ Μαραθῶνος τρέχει / κι' εἰς τοῦ Σταυροῦ τοὺς μαχητὰς φωνάζει ὅτι βρέχει. / Βροχὴ καὶ” — Γεώργιος Σουρής, Ψευτοπόλεμος του Σταυρού, 1885
- μείγμα από χώμα, νερό και άλλα υλικά (όπως τσιμέντο άχυρα, ασβέστη), ως οικοδομικό υλικό
- το παχύρρευστο κατακάθι που σχηματίζεται στον πυθμένα δοχείων ή κοιλοτήτων με νερό
- figurativelyη μορφή που παίρνουν κάποια υλικά (π.χ. ζυμαρικά, ρύζι), όταν παραβράσουν
- figurativelyη συκοφαντία
- figurativelyη ανηθικότητα, η ανήθικη ζωή
- datedχωριό της Ευρυτανίας, πρώην ονομασία του Αγίου Νικολάου
Τύποιλάσπη(singular, nominative) · λάσπες(nominative, plural) · λάσπης(genitive, singular) · λασπών(genitive, plural) · λάσπη(accusative, singular) · λάσπες(accusative, plural) · λάσπη(singular, vocative) · λάσπες(vocative, plural) · λάσπη(feminine) · Λάσπη(singular, nominative) · Λάσπες(nominative, plural) · Λάσπης(genitive, singular) · Λασπών(genitive, plural) · Λάσπη(accusative, singular) · Λάσπες(accusative, plural) · Λάσπη(singular, vocative) · Λάσπες(vocative, plural) · Λάσπη(feminine)