WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λαλιά

noun

λαλιάΟ τρόπος που μιλάει κάποιος, η ομιλία ή η προφορά του.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #919 · 25 Δεκεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα