leˈces
Ετυμολογίαλεκές < (άμεσο δάνειο) τουρκική leke < περσική لکه (lakā)
- κηλίδα που σχηματίζεται σε κάτι που λερώθηκε, π.χ. σε ένα ρούχο
“※ ο τύπος ζήτησε συγγνώμη και συστήθηκε - ήταν ο μέγας Μπαγιαντέρας, ο Μήτσος με την καρδιά μάλαμα, κι έκανε πάντα αυτό το χωρατό, με τάχα λεκέδες και θηλιές, σ' όσους δεν ήξεραν που είχε μείνει τυφλό”
- figurativelyκάτι που θίγει την αξιοπρέπεια, την υπόληψη ή την αξία κάποιου
Τύποιλεκές(singular, nominative) · λεκέδες(nominative, plural) · λεκέ(genitive, singular) · λεκέδων(genitive, plural) · λεκέ(accusative, singular) · λεκέδες(accusative, plural) · λεκέ(singular, vocative) · λεκέδες(vocative, plural) · λεκές(masculine)