Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΟΧΙΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λοχία
λοχία
—
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λοχίας
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Λοχία < γενική ενικού του αρσενικού Λοχίας
noun
accusative, genitive, singular, vocative
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λοχίας
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
λοχία
(masculine, feminine)
·
Λοχία
(feminine)
·
Λοχίας
(masculine)
·
Lochia
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 24
#37 · 17 Μαΐου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 18
#21 · 1 Μαΐου 2026
Daily Puzzle
#1170 · 1 Σεπτεμβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις