ˈmal.ta
ΕτυμολογίαΜάλτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική Malta < λατινική Melita < αρχαία ελληνική Μελίτη (αντιδάνειο) < μέλι
- νησιωτικό κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Μεσόγειο με πρωτεύουσα τη Βαλέτα, επίσημη γλώσσα τα Μαλτέζικα και τα αγγλικά και νόμισμα το ευρώ.
- figurativelyτο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου του κράτους αυτού
- γυναικείο όνομα
ΤύποιΜάλτα(singular, nominative) · Μάλτες(nominative, plural) · Μάλτας(genitive, singular) · Μάλτα(accusative, singular) · Μάλτες(accusative, plural) · Μάλτα(singular, vocative) · Μάλτες(vocative, plural) · Μάλτα(feminine)