Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΑΡΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μάρας
μάρας
—
γενική ενικού του μάρα
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Μάρας < → λείπει η ετυμολογία
name
ανδρικό επώνυμο
genitive, singular
γενική ενικού του Μάρα
noun
genitive, singular
γενική ενικού του μάρα
Τύποι
Μάρας
(masculine)
·
Μάρας
(feminine)
·
Maras
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#169 · 5 Δεκεμβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις