ˈmi.nas
Ετυμολογίαμήνας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μήνας ή μῆνας < αρχαία ελληνική μήν
- περίοδος διαίρεσης του έτους, βασισμένη ιστορικά στις φάσεις της Σελήνης. Το γρηγοριανό ημερολόγιο έχει δώδεκα μήνες.
“Καλό μήνα! : ευχή που κάνουμε την πρώτη του κάθε μηνός”
Τύποιμήνας(singular, nominative) · μήνες(nominative, plural) · μήνα(genitive, singular) · μηνός(genitive, singular) · μηνών(genitive, plural) · μήνα(accusative, singular) · μήνες(accusative, plural) · μήνα(singular, vocative) · μήνες(vocative, plural) · μήνας(masculine) · Μήνας(masculine) · Minas(transliteration, Latin)