WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μίλτο

noun

μίλτοΚόκκινη ώχρα, φυσική χρωστική/σκόνη που χρησιμοποιείται για βαφή ή ως χρώμα.

Daily Puzzle #741 · 30 Ιουνίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα