Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΝΩΣΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ενώσω
ενώσω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω
θα ενώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ενώνω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#740 · 29 Ιουνίου 2023
Previous word
#739 · ώριμη
Next word
#741 · μίλτο
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις