ˈmi.tɾa
Ετυμολογίαμίτρα < ελληνιστική κοινή μίτρα (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική μίτρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mey- (δένω)
- εμβληματικό διακοσμημένο κάλυμμα της κεφαλής των επισκόπων στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Τύποιμίτρα(singular, nominative) · μίτρες(nominative, plural) · μίτρας(genitive, singular) · μιτρών(genitive, plural) · μίτρα(accusative, singular) · μίτρες(accusative, plural) · μίτρα(singular, vocative) · μίτρες(vocative, plural) · μίτρα(feminine) · Μίτρα(feminine)