WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μασέρ

noun

μασέρΆτομο που κάνει μασάζ επαγγελματικά.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #911 · 17 Δεκεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα