Ετυμολογίαμαύρο < ουδέτερο του μαύρος < μαῦρος < μαυρός < ἀμαυρός
- η απουσία χρώματος, η απουσία φωτός
- έλλειψη εικόνας στην τηλεόραση, όταν σιγάζει το σήμα
“πέφτει μαύρο (εξαφανίζεται η εικόνα)”
- η καταψήφιση ενός υποψηφίου
“μαύρο στο Μαυρογιαλούρο! (ατάκα από ελληνική ταινία)”
- slangτο χασίς
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποιμαύρο(singular, nominative) · μαύρα(nominative, plural) · μαύρου(genitive, singular) · μαύρων(genitive, plural) · μαύρο(accusative, singular) · μαύρα(accusative, plural) · μαύρο(singular, vocative) · μαύρα(vocative, plural) · μαύρο(neuter) · Mavro(transliteration, Latin)