Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΙΑΡΆ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μιαρά
5 letters
·
Ελληνικά
μιαρά
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μιαρός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
μιαρά < μιαρός + -ά
adv
με μιαρό τρόπο
adj
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μιαρός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#16 · 5 Ιουλίου 2021
Previous word
#15 · αβρός
Next word
#17 · δεκτό
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις