Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΙΑΡΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μιαρά
μιαρά
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μιαρός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
μιαρά < μιαρός + -ά
adv
με μιαρό τρόπο
adj
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μιαρός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#16 · 5 Ιουλίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις