Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΝΑΚΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
νάκου
νάκου
—
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Νάκος
Λεξικό
Ετυμολογία
Νάκου < γενική ενικού του αρσενικού Νάκος
name
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Νάκος
genitive, singular
γενική ενικού του Νάκος
Τύποι
Νάκου
(invariable, feminine)
·
Nakou
(transliteration, Latin)
·
Νάκου
(masculine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1596 · 1 Νοεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις