WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

νάνος

νάνοςάνθρωπος πολύ κοντός και μικρόσωμος σε σχέση με άλλα άτομα της ηλικίας του

Wiktionary →
Daily Puzzle #1534 · 31 Αυγούστου 2025
·Archive
No comments yet