ˈna.nos
Originνάνος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική νᾶνος < (ηχομιμητική λέξη)
:* για τη βοτανική: < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική nain
:* για την αστρονομία: < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική dwarf star ή γαλλική nain, étoile naine
- άνθρωπος πολύ κοντός και μικρόσωμος σε σχέση με άλλα άτομα της ηλικίας του
- φυτό με διαστάσεις πολύ μικρότερες από το συνηθισμένο
- ζώο μικρού σώματος που χρησιμοποιείται κυρίως ως πειραματόζωο
- λευκός νάνος ή άσπρος νάνος: αστέρας με σχετικά μικρό μέγεθος, αποτέλεσμα της έκρηξης αστέρα με μάζα λιγότερη από το οκταπλάσιο της μάζας του Ήλιου
“για πλανήτες, δείτε πλανήτης νάνος”
- πλάσμα της φαντασίας που, υποτίθεται, ζει στα δάση, στα βουνά ή σε στοές κι έχει ιδιαίτερες τεχνικές ικανότητες, κυρίως, στην ξυλουργία και τη μεταλλουργία
Formsνάνος(singular, nominative) · νάνοι(nominative, plural) · νάνου(genitive, singular) · νάνων(genitive, plural) · νάνο(accusative, singular) · νάνους(accusative, plural) · νάνε(singular, vocative) · νάνοι(vocative, plural) · νάνος(masculine) · Νάνος(singular, nominative) · Νάνοι(nominative, plural) · Νάνου(genitive, singular) · Νάνων(genitive, plural) · Νάνο(accusative, singular) · Νάνους(accusative, plural) · Νάνο(singular, vocative) · Νάνοι(vocative, plural) · Νάνος(masculine) · Νάνου(feminine) · Nanos(transliteration, Latin)