oˈma.ða
Ετυμολογίαομάδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁμάς, με μεταπλασμό σε -άδα από την αιτιατική «τὴν ὁμάδα», σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική groupe, équipe
- σύνολο μερικών ατόμων που βρίσκονται συναθροισμένοι
- σύνολο ατόμων που έχουν κάποιο κοινό σκοπό
- especiallyσύνολο αθλητών που συμμετέχουν σε ομαδικό παιχνίδι αντιμετωπίζοντας έναν αντίπαλο
- σύνολο ομοειδών χημικών στοιχείων
- τύπος αίματος
Τύποιομάδα(singular, nominative) · ομάδες(nominative, plural) · ομάδας(genitive, singular) · ομάδων(genitive, plural) · ομάδα(accusative, singular) · ομάδες(accusative, plural) · ομάδα(singular, vocative) · ομάδες(vocative, plural) · ομάδα(feminine)