Ετυμολογίαπάπια < μεσαιωνική ελληνική πάπια < (ηχομιμητική λέξη) (πα πα)
- νηκτικό πτηνό που μοιάζει με τη χήνα, αλλά μικρότερο σε μέγεθος
- figurativelyδοχείο που χρησιμοποιείται κυρίως στα νοσοκομεία για την ούρηση των κατάκοιτων ασθενών
- figurativelyμικρή μοτοσικλέτα, παπί, παπάκι
Τύποιπάπια(singular, nominative) · πάπιες(nominative, plural) · πάπιας(genitive, singular) · πάπια(accusative, singular) · πάπιες(accusative, plural) · πάπια(singular, vocative) · πάπιες(vocative, plural) · πάπια(feminine)