ˈpe.tɾa
Ετυμολογίαπέτρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πέτρα (βράχος). Η σύγχρονη σημασία, μεσαιωνική.
- σκληρό ορυκτό διαφόρων σχημάτων και μεγεθών που αφθονεί πάνω από τη γη και μέσα σ’ αυτή
- συσσωμάτωση αλάτων που εμφανίζεται σε ορισμένα όργανα του σώματος
- figurativelyκάτι πολύ σκληρό
- γυναικείο όνομα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- τοπωνύμια σε διάφορα σημεία του πλανήτη
- γνωστή αρχαία πόλη της Ιορδανίας σκαλισμένη στο βράχο, αρχαιολογικός χώρος και σημαντικός τουριστικός προορισμός
Τύποιπέτρα(singular, nominative) · πέτρες(nominative, plural) · πέτρας(genitive, singular) · πετρών(genitive, plural) · πέτρα(accusative, singular) · πέτρες(accusative, plural) · πέτρα(singular, vocative) · πέτρες(vocative, plural) · πέτρα(feminine) · Πέτρα(singular, nominative) · Πέτρες(nominative, plural) · Πέτρας(genitive, singular) · Πέτρα(accusative, singular) · Πέτρες(accusative, plural) · Πέτρα(singular, vocative) · Πέτρες(vocative, plural) · Πέτρα(feminine)