Originπίρος < από ιταλική διάλεκτο (piro) + -ς, πιθανό αντιδάνειο εάν θεωρηθεί ότι ανάγεται στη λατινική epiurus < αρχαία ελληνική ἐπίουρος < ἐπί + οὖρος
- ξύλινος ή μεταλλικός κύλινδρος που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση εξαρτημάτων ενός μηχανισμού ή μιας κατασκευής
- το ξύλινο πώμα ενός βαρελιού
- στρόφιγγα σε βαρέλι κρασιού
- γένος φυτών της οικογένειας των ροδοειδών, όπως Πίρος ο κοινός (απιδιά)
Formsπίρος(singular, nominative) · πίροι(nominative, plural) · πίρου(genitive, singular) · πίρων(genitive, plural) · πίρο(accusative, singular) · πίρους(accusative, plural) · πίρε(singular, vocative) · πίροι(vocative, plural) · πίρος(masculine)