WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

παλιά

adjective

παλιάΘηλυκό του «παλιός»: κάτι που είναι παλιό, όχι καινούργιο.

Βικιλεξικό →
Sedecordle Πλέγμα 3 #83 · 2 Ιουλίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 14 #7 · 17 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #947 · 22 Ιανουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα