Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΑΛΙΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
παλιά
adjective
παλιά
—
Θηλυκό του «παλιός»: κάτι που είναι παλιό, όχι καινούργιο.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
παλιά < παλιός
adv
σε άλλη, περασμένη εποχή
adj
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλιός
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παλιός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Sedecordle
Πλέγμα 3
#83 · 2 Ιουλίου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 14
#7 · 17 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#947 · 22 Ιανουαρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
4
for a long time
English
dans le passé
French
dawniej
Polish
antaño
Spanish