paˈpas
Originπαπάς < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή παπᾶς (τιμητικός τίτλος ιερέων) < αρχαία ελληνική πάππας (μπαμπάς)
- ο ιερέας της χριστιανικής θρησκείας, ο κληρικός
- φιγούρα της τράπουλας, ο ρήγας
- παιχνίδι-απάτη με τη φιγούρα του παπά της τράπουλας, όπου ο διοργανωτής (παπατζής) την ανακατεύει με άλλα δύο τραπουλόχαρτα ταχυδακτυλουργικά και ο παίκτης καλείται να μαντέψει ποιο τραπουλόχαρτο είναι ο παπάς
“«εδώ παπάς, εκεί παπάς πού είν' ο παπάς» (κλασσική έκφραση παπατζή για να δημιουργήσει ενδιαφέρον για το παιχνίδι)”
- Cypriotμπαμπάς
Formsπαπάς(singular, nominative) · παπάδες(nominative, plural) · παπά(genitive, singular) · παπάδων(genitive, plural) · παπά(accusative, singular) · παπάδες(accusative, plural) · παπά(singular, vocative) · παπάδες(vocative, plural) · παπάς(masculine) · Παπάς(singular, nominative) · Παπάδες(nominative, plural) · Παπά(genitive, singular) · Παπάδων(genitive, plural) · Παπά(accusative, singular) · Παπάδες(accusative, plural) · Παπά(singular, vocative) · Παπάδες(vocative, plural) · Παπάς(masculine) · Παπά(feminine) · Papas(transliteration, Latin)