ˈpef.ko
Originπεύκο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πεύκη, με αλλαγή γένους κατ' αναλογία προς το δέντρο
- ρητινοφόρο αειθαλές δέντρο του γένους Pinus, με παχύ, τραχύ κι αυλακωμένο κορμό που αναπτύσσει μεγάλο ύψος, φύλλα σε μορφή βελόνων (πευκοβελόνες) και επιμήκεις ή κυλινδρικούς κώνους (κουκουνάρια)
Formsπεύκο(singular, nominative) · πεύκα(nominative, plural) · πεύκου(genitive, singular) · πεύκων(genitive, plural) · πεύκο(accusative, singular) · πεύκα(accusative, plural) · πεύκο(singular, vocative) · πεύκα(vocative, plural) · πεύκο(neuter)