WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πλήξη

5 letters·Ελληνικά
noun

πλήξη—Η κατάσταση ανίας και βαρεμάρας, όταν δεν υπάρχει ενδιαφέρον ή απασχόληση.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1096 · 19 Ιουνίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα