Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΛΩΤΗ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πλωτή
adjective
πλωτή
—
Που επιπλέει ή μπορεί να επιπλέει στο νερό.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Πλωτή < Πλωτίνος
adj
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλωτός
name
γυναικείο όνομα
Τύποι
Πλωτή
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#363 · 17 Ιουνίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις