WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πλωτή

adjective

πλωτήΠου επιπλέει ή μπορεί να επιπλέει στο νερό.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #363 · 17 Ιουνίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα