Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΤΎΨΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
στύψε
5 letters
·
Ελληνικά
verb
στύψε
—
Προστακτική του «στύβω»: πίεσε/στίψε κάτι (π.χ. λεμόνι) για να βγάλει χυμό.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#362 · 16 Ιουνίου 2022
Previous word
#361 · όδευε
Next word
#363 · πλωτή
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις