puˈli
Originπουλί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πουλ(λ)ί(ν) < ελληνιστική κοινή πουλλίον, υποκοριστικό του ποῦλλος < (πωλίον, πῶλος)< λατινική pullus. Δείτε και πουλάρι.
- μικρό ζώο που πετά, πτηνό
“※ Το φως του φακού έπεσε πάνω σε πουλιά που στέκονταν πάνω σε σιδερένιες βάσεις οι οποίες ήταν σφηνωμένες στους τοίχους. Στην αρχή όλοι έκαναν πίσω φοβισμένοι, γιατί τα πουλιά, αετοί και γεράκια, φαίν”
- familiarτο ανδρικό ή γυναικείο αιδοίο
“※ Ήταν απλώς ένα σεξουαλικό παιχνίδι - «Να σου δείξω το πουλί μου , να μου δείξεις το πουλί σου » - ή ήταν κάτι που έγινε εν γνώσει των άλλων συμμαθητών; (Αθανάσιος Αλεξανδρίδης, Παιδικοί Έρωτες, εκδ.”
Formsπουλί(singular, nominative) · πουλιά(nominative, plural) · πουλιού(genitive, singular) · πουλιών(genitive, plural) · πουλί(accusative, singular) · πουλιά(accusative, plural) · πουλί(singular, vocative) · πουλιά(vocative, plural) · πουλί(neuter)